Τετάρτη 16 Φεβρουαρίου 2011

ΕΙΚΟΝΟΜΑΧΙΑ

Α’ Περίοδος ( 726 έως 787 ) και Β’ Περίοδος ( 813 έως 843 )

Διαμάχη γύρω από το θέμα των ιερών εικόνων, η οποία εξελίχθηκε σε θρησκευτική κρίση, που συντάραξε για έναν αιώνα τη Βυζαντινή αυτοκρατορία. Άρχισε το 726, όταν ο αυτοκράτορας Λέων Γ’ ο Ίσαυρος ανέφερε σε ένα λόγο του, ότι οι εικόνες ήταν είδωλα και έπρεπε φυσικά να καταργηθούν και υποκινήθηκε βασικά από λόγους θρησκευτικούς (καταπολέμηση ορισμένων λαϊκών τάσεων προς την ειδωλολατρία) αλλά και πολιτικούς (περιορισμός της υπερβολικής δύναμης των μοναχών). Οπωσδήποτε, ασάφεια των πηγών έχει οδηγήσει σε πολλές ερμηνείες ως προς τα αίτια της. Την εικονομαχία την αποδέχτηκε η σύνοδος της Κωνσταντινούπολης το 730 η οποία δέχτηκε τις αυτοκρατορικές απόψεις, την καταδίκασαν όμως αμέσως οι Ρωμαίοι Ποντίφικες, οι οποίοι απαγόρευσαν ακόμα και με την βία τη διάδοση της στη Δύση. Ζήτησαν μάλιστα γι’ αυτό την βοήθεια των Φράγκων, γεγονός που είχε σοβαρές ιστορικές συνέπειες (φραγκοπαπική συμμαχία ίδρυση στα βυζαντινά εδάφη της Ιταλίας της χορηγίας του Αγίου Πέτρου, του βασιλείου των Λογγοβαρδών, ίδρυση της αυτοκρατορίας των Καρολιδών). Όταν τα μέτρα κατά των εικονολατρών έγιναν ακόμη αυστηρότερα επί Κωνσταντίνου Ε’, διαδόχου του Λέοντα Γ’ του Ίσαυρου, οι μοναχοί αντέδρασαν με οξύτητα, αντιμετωπίστηκαν όμως με σκληρότητα και οι μοναστικές περιουσίες τέθηκαν υπό τον έλεγχο του κράτους. Τους νόμους κατά των εικονολατρών ανακάλεσε η αυτοκράτειρα Ειρήνη (7η Οικουμενική Σύνοδος, το 787, με συμμετοχή των αντιπροσώπων της Ρώμης), τους επανέφεραν όμως οι διάδοχοί της και κυρίως ο Λέων Ε’, στις αρχές του 9ου αιώνα. Η εικονομαχία έπαψε οριστικά επί Θεοδώρας, το 843, οπότε αποκαταστάθηκε η εικονολατρία, με την αναστήλωση των εικόνων στις 11 Μαρτίου 843. Η ημέρα αυτή γιορτάζεται σήμερα την πρώτη Κυριακή της Μεγάλης Σαρακοστής, δηλαδή την Κυριακή της Ορθοδοξίας. Από τα πρώτα κιόλας χρόνια της Ορθόδοξης πίστης και λατρείας οι πιστοί στόλιζαν τους τόπους λατρείας τους, τους «ευκτήριους οίκους», τις «κατακόμβες» και έπειτα τους ναούς, στην αρχή με σύμβολα κι έπειτα με εικόνες του Χριστού και της Παναγίας. Λίγο αργότερα, κοντά σε αυτές προστέθηκαν και εικόνες αγίων και μαρτύρων της χριστιανικής πίστης. Αυτό άλλωστε δίδασκε και η Εκκλησία: τιμή και σεβασμό στα εικονιζόμενα πρόσωπα και όχι λατρεία στις εικόνες, αυτές καθαυτές. Έτσι, δημιουργήθηκαν δύο μερίδες χριστιανών` η μία θεοποιούσε τις ίδιες τις εικόνες και τις προσκυνούσε ειδωλολατρικά. Οι οπαδοί της ονομάστηκαν εικονολάτρες. Οι χριστιανοί της άλλης μερίδας, οι ανώτεροι κυρίως κληρικοί και οι μορφωμένοι πολίτες ανακηρύχτηκαν ενάντιοι της λατρείας των ίδιων των εικόνων. «Μόνον ο Θεός», έλεγαν «πρέπει να λατρεύεται και όχι οι εικόνες». Αυτοί ήταν οι εικονομάχοι. Το διάταγμα του Λέοντα Γ΄ του Ίσαυρου, σύμφωνα με το οποίο οι εικόνες πρέπει να κρεμιούνται σε ψηλότερα μέρη στις εκκλησίες, ώστε να μη μπορούν οι χριστιανοί να τις προσκυνούν αλλά μόνο να τις βλέπουν, δημιούργησε μεγάλη αντίδραση και μίσος μεταξύ των δύο μερίδων. Αντέδρασαν κυρίως οι μοναχοί αλλά και πολλοί μορφωμένοι λαϊκοί και κληρικοί, όπως ο ίδιος ο Πατριάρχης Γερμανίας κι ο Πάπας της Ρώμης, Γρηγόριος Β΄, που έστειλε επιστολή στο Λέοντα Γ΄ κατακρίνοντας την ενέργεια αυτή. Ακολούθησαν συγκρούσεις μεταξύ των δύο μερίδων με θλιβερό αποτέλεσμα να χυθεί χριστιανικό αίμα. Επίσης, καταστράφηκαν ευαγγέλια, πολύτιμα χειρόγραφα και μεγάλης καλλιτεχνικής αξίας παλιές εικόνες. Ο διάδοχος του Λέοντα Γ΄, Κωνσταντίνος Ε΄, ανακήρυξε τους εικονολάτρες εχθρούς του κράτους και τους κατεδίωξε. Τότε, κλείστηκαν πολλά μοναστήρια, δημεύτηκε η περιουσία τους και μερικά έγιναν στρατόπεδα. Οι μοναχοί τους εξορίστηκαν, μόνο και μόνο γιατί ήσαν εικονολάτρες και μάλιστα αρκετοί από αυτούς μαρτύρησαν. Και ο διάδοχος του Κωνσταντίνου υπήρξε εικονομάχος για όσο καιρό βασίλεψε. Μετά το θάνατό του, η σύζυγός του Ειρήνη η Αθηναία κυβέρνησε ως επίτροπος του ανήλικου παιδιού τους. Η ίδια δεν υπήρξε ποτέ εικονομάχος και ήθελε να βρει κάποιον τρόπο για να σταματήσει το κακό που ταλάνιζε την αυτοκρατορία και που μόνον αρνητικές συνέπειες επέφερε. Έτσι, συγκάλεσε τη Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο στη Νίκαια, η οποία καταδίκασε την εικονομαχία και αποφάσισε την επαναφορά των αγίων εικόνων στους ναούς και τη λατρεία τους. Συγχρόνως, όρισε ότι η αληθινή λατρεία ανήκει μόνο στο Θεό κι όχι στις εικόνες. Στις εικόνες, σύμφωνα με τη σχετική απόφαση της Συνόδου, απομένουμε μόνον «τιμητικό ασπασμό και τιμητική προσκύνηση». Και μετά την Οικουμενική Σύνοδο, όμως, υπήρξαν προβλήματα, ακολούθησαν ταραχές που δημιούργησαν μίσος και διχόνοια μεταξύ των δύο μερίδων. Η αναστήλωση των εικόνων έγινε αρκετά χρόνια αργότερα από τη Θεοδώρα, τη σύζυγο του Θεόφιλου. Η ίδια δεν ήταν εικονομάχος, γι’ αυτό και συνεννοήθηκε με τον Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης Μεθόδιο να καλέσουν τοπική Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη, το 842 μ.Χ. Όταν ολοκληρώθηκαν οι εργασίες της Συνόδου, με απόφασή της έγινε η αναστήλωση των εικόνων με ειδική τελετή και μεγάλη πομπή στην οποία έλαβε μέρος ο λαός, ο κλήρος, η ίδια η αυτοκράτειρα Θεοδώρα. Οι εικόνες μεταφέρθηκαν στους ναούς και τις τοποθέτησαν στη θέση τους. Ο λαός διαφωτίστηκε όσο έπρεπε και οι πιστοί ένιωσαν πολύ καλά με ποιό πνεύμα πρέπει να τιμούν στο εξής τις εικόνες. Έτσι, και η Εκκλησία ξαναβρήκε τη γαλήνη που για πολλούς αιώνες δεν υπήρχε. Η εικονομαχία δεν πέτυχε γενικά τους σκοπούς που είχε επιδιώξει ούτε επέζησε μετά την αναστήλωση των εικόνων. Μία ουσιαστική πάντως, έμμεση, συνέπεια της ήταν ότι «παρέδωσε» τον ελληνισμό στο Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης με την επαγωγή σ’ αυτό, από τον Λέοντα Γ’ Ίσαυρο, όλων των επισκεπτών που βρίσκονταν στο Βυζαντινό έδαφος. Εξεταζόμενη από άλλο πρίσμα, η νίκη των εικονοφίλων δεν είναι νίκη μόνο των μοναχών. Σε τελευταία ανάλυση, η εικονομαχία φάνταζε ως ανταγωνισμός μεταξύ του ελληνικού και ασιατικού πνεύματος. Έναν αιώνα που νικηφόρα η Ανατολή φάνηκε ότι θα επέβαλε την σφραγίδα της στο πολύμορφο Βυζάντιο. Ο κλονισμός υπήρξε μέγιστος αλλά η ελληνορωμαϊκή παράδοση υπερίσχυσε τελικά και από την εικονοκλαστική κρίση δημιούργησε τις προϋποθέσεις για νέες πνευματικές εξορμήσεις και για νέες πνευματικές μορφές. - Η αξιολόγηση της εικονομαχίας είναι δύσκολη, γιατί έχουν δοθεί διάφορες ερμηνείες και απόψεις. Ορισμένοι είδαν την εικονομαχία ως προσπάθεια βίαιου εξανατολισμού της ελληνοχριστιανικής παράδοσης του Βυζαντίου, άλλοι ως κοινωνική μεταρρύθμιση, άλλοι ως σύμπτωμα ενός βαθύτερου ταξικού αγώνα, άλλοι ως μια προσπάθεια διοικητικής ανανέωσης, άλλοι ως προοπτική μιας αναθεώρησης της αγροτικής πολιτικής με επίκεντρο την μοναστηριακή περιουσία, άλλοι ως καθαρά θρησκευτική έριδα. Είναι βέβαιο ότι πολλά στοιχεία των παραπάνω ερμηνειών συνυπάρχουν στην εξέλιξη της εικονομαχίας, αλλά κανένα από τα στοιχεία αυτά δεν μπορεί να αποτελέσει και το μοναδικό κριτήριο ερμηνείας του ιστορικού φαινομένου. Η έριδα ήταν καθαρά εκκλησιαστική διαμάχη, που αφορούσε την αντιπαράθεση δύο παραδόσεων, προσέλαβε όμως τον ευρύτερο και οξύτερο χαρακτήρα της με την βίαιη επέμβαση των αυτοκρατόρων στη διαλεκτική αντιπαράθεση των δύο τάσεων και με την αυθαίρετη υποστήριξη της ασθενέστερης από αυτές. Οι ευρύτατες διαστάσεις των εικονομαχικών ερίδων εξηγούν και τις συνέπειες της εικονομαχίας στο θέμα των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας, στην ισχυροποίηση του μοναχισμού, στη συστηματοποίηση των καλλιτεχνικών και θεολογικών κριτηρίων της χριστιανικής ζωγραφικής, στην ανανέωση της υμνογραφίας με την εισαγωγή των κανόνων κ.α.. Η περίοδος που ακολουθεί μετά την εικονομαχία παρουσιάζει σαφέστερες διακρίσεις στις δομές του κράτους και της κοινωνίας της αυτοκρατορίας, στις οποίες είναι αυξημένη η επιρροή της Εκκλησίας και του μοναχισμού χωρίς να αποδυναμωθεί η κεντρική πολιτική εξουσία, τουλάχιστον κατά την περίοδο της δυναστείας των Μακεδόνων. Με την εικονομαχία συνειδητοποιήθηκε, πράγματι, η ανάγκη ευρύτερης και βαθύτερης ανανέωσης των θεσμικών λειτουργιών της αυτοκρατορίας. - Με την αναπαράσταση του Θεού, του Χριστού, της Θεοτόκου και των Αγίων, ο Χριστιανισμός αντιτάχθηκε ριζικά καταρχήν πρώτα στον Ιουδαϊσμό και κατόπιν, το Ζ΄ αιώνα, στον Ισλαμισμό. - Η παιδαγωγική ιδιότητα της εικόνας που αναγνωριζόταν από όλους τους Ορθοδόξους και η λατρευτική της ιδιότητα στόχο είχαν να κεντρίζουν και να φωτίζουν την ευσέβεια των πιστών. Επειδή, μάλιστα, το στοιχείο της Θεότητας ήταν ασύλληπτο, η Παλαιά Διαθήκη απαγόρευε να φαντάζεται κάποιος και να αναπαράγει τα χαρακτηριστικά της.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου